Σακχαρώδης διαβήτης κύησης ονομάζεται η διαταραχή στο μεταβολισμό της γλυκόζης του αίματος που εμφανίζεται για πρώτη φορά στην εγκυμοσύνη, συνήθως μετά την 24η εβδομάδα. Η πάθηση οφείλεται στην αδυναμία του σώματος της εγκύου να παράγει αρκετή ποσότητα ινσουλίνης για να διασπάσει τη γλυκόζη του αίματος με αποτέλεσμα τα επίπεδα σακχάρου στο αίμα να ανεβαίνουν. Ο συγκεκριμένος τύπος διαβήτη εμφανίζεται τις περισσότερες φορές στο δεύτερο τρίμηνο της εγκυμοσύνης και υποχωρεί μετά τη γέννηση του παιδιού.

Ποιες γυναίκες έχουν αυξημένο κίνδυνο για διαβήτη κύησης

Περίπου 2%-5% των εγκύων γυναικών θα αναπτύξουν διαβήτη κύησης και αυτό το ποσοστό ανεβαίνει στο 7%-9%, αν συνυπάρχουν συγκεκριμένοι παράγοντες κινδύνου όπως:

– Ηλικία άνω των 35 ετών

– Παχυσαρκία ή αν η γυναίκα ήταν υπέρβαρη πριν μείνει έγκυος

– Προηγούμενη κύηση με σακχαρώδη διαβήτη

– Υπερβολική αύξηση βάρους κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης

– Οικογενειακό ιστορικό σακχαρώδη διαβήτη

– Σύνδρομο πολυκυστικών ωοθηκών

– Ιστορικό γέννησης νεογνού με βάρος μεγαλύτερο των 4 κιλών

– Ιστορικό ενδομήτριου θανάτου σε προχωρημένη ηλικία κύησης

Τα συμπτώματα και κλινικά ευρήματα που εμφανίζουν οι γυναίκες με διαβήτη στην εγκυμοσύνη περιλαμβάνουν την πολυουρία, την πολυδιψία, τη συχνοουρία, το αίσθημα κόπωσης, τη ναυτία, τις συχνές λοιμώξεις του ουρογεννητικού συστήματος, τις διαταραχές στην όραση και την εύρεση σακχάρου στα ούρα.

Διάγνωση του ΣΔ της κύησης

Η έγκυος θα πρέπει να εξετάζεται για την πιθανότητα να αναπτύξει σακχαρώδη διαβήτη από την πρώτη κιόλας μαιευτική της επίσκεψη, έτσι ώστε να διαγνωσθούν νωρίς παράγοντες κινδύνου ή ακόμα και προϋπάρχον διαβήτης. Κάθε γυναίκα θα πρέπει να ελέγχεται με μέτρηση σακχάρου αίματος νηστείας ή γλυκοζιλιωμένης αιμοσφαιρίνης στο πρώτο τρίμηνο της κύησης και να πραγματοποιείται έλεγχος με καμπύλη σακχάρου μεταξύ της 24ης και 28ης εβδομάδας κύησης.

Αντιμετώπιση του ΣΔ κύησης

Όπως με τους υπόλοιπους τύπους διαβήτη, η διατροφή και η άσκηση μπορούν να βοηθήσουν σημαντικά και στην αντιμετώπιση του σακχαρώδη διαβήτη της κύησης. Η ισορροπημένη διατροφή με ελεγχόμενη ποσότητα υδατανθράκων είναι το πιο σημαντικό βήμα. Τα γεύματα πρέπει να είναι συχνά και τακτικά κατά τη διάρκεια της ημέρας, για να αποφεύγονται οι μεγάλες διακυμάνσεις του σακχάρου, ενώ συγχρόνως είναι απαραίτητο η έγκυος να κρατάει ημερολόγιο με τη διατροφή και τις μετρήσεις του σακχάρου της, ώστε να μπορούν να γίνουν αλλαγές, αν η δίαιτα δεν είναι αποτελεσματική. Η άσκηση είναι εξίσου σημαντική, βοηθώντας να ελαττωθεί η αντίσταση στην ινσουλίνη, να βελτιωθεί η υπεργλυκαιμία μετά τα γεύματα και να αποφεύγεται η υπερβολική αύξηση του βάρους. Το καθημερινό περπάτημα για 20-30 λεπτά μετά από τα γεύματα βοηθάει σημαντικά στη μείωση της μεταγευματικής υπεργλυκαιμίας. Ο τακτικός έλεγχος του σακχάρου κάθε πρωί, μετά το φαγητό και μία ώρα μετά από κάθε γεύμα είναι απαραίτητος για να εκτιμηθεί αν η θεραπευτική αγωγή είναι αποτελεσματική. Υπάρχουν όμως και περιπτώσεις που τα επίπεδα του σακχάρου παραμένουν αυξημένα παρά την ειδική διατροφή και την άσκηση. Η έγκυος τότε θα χρειαστεί και ινσουλίνη για να ελέγξει το σάκχαρό της. Συνήθως αυτό επιτυγχάνεται με τη χορήγηση ινσουλίνης ταχείας δράσης, πριν τα γεύματα, ή/και με ινσουλίνη ενδιάμεσης δράσης αν συνυπάρχει αυξημένο σάκχαρο νηστείας.

Επιπλοκές ΣΔ κύησης

Το αυξημένο σάκχαρο στις γυναίκες με διαβήτη κύησης μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στο νεογνό αλλά και στη μητέρα:

– Μακροσωμία: αυξημένο σωματικό βάρος του νεογνού (>4κιλ.)

– Υπογλυκαιμία του νεογνού αμέσως μετά τη γέννηση

– Αυξημένος κίνδυνος νεογνικού θανάτου

– Αυξημένος κίνδυνος ανάπτυξης παιδικής και εφηβικής παχυσαρκίας

– Αυξημένες πιθανότητες για καισαρική τομή

– Πρόωρος τοκετός

– Προεκλαμψία